Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

next friend


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο friend παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: next

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend n (closely regarded person)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 She has lots of friends.
 Έχει πολλούς φίλους.
be friends with [sb] v expr (on good or intimate terms with)είμαι φίλος με κπ περίφρ
  (επίσημο)διατηρώ φιλικές σχέσεις με κπ περίφρ
 I'm still friends with my college roommate: we keep in touch regularly.
 Είμαστε ακόμα φίλοι με τον συγκάτοικό μου από το πανεπιστήμιο, τα λέμε τακτικά.
friend n often plural (social media contact)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 We're friends on Facebook
 Είμαστε φίλοι στο facebook.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend,
Friend
n
often capitalized (patron)προστάτης, προστάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (εναλλακτικοί τύποι)προστάτρια, προστάτισσα ουσ θηλ
  πάτρωνας ουσ αρσ
  (επίσημο)πάτρων ουσ αρσ
 Donate money and become a Friend of the Arts.
friend n ([sb] not hostile)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Friend or foe?
friend n ([sb] of same group)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 You shouldn't criticize our nation's friends in times of crisis.
Friend n (Quaker) (μτφ: Κουάκεροι)Φίλος, Φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Some Friends dislike being called Quakers.
friend [sb] vtr (befriend on social media) (καθομιλουμένη: διαδίκτυο)κάνω φίλο, κάνω φίλη περίφρ
 I friended a girl I used to know in high school.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A friend in need is a friend indeed. expr ([sb] who helps is real friend)Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρ
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
as a friend adv (preface to giving advice)φιλικά επίρ
 You know I say this as a friend, but I don't think that you should date him.
best friend n (closest companion)καλύτερος φίλος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομ, μτφ: άνθρωπος)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 My dog is my best friend.
 Ο σκύλος μου είναι ο καλύτερός μου φίλος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πάντα τηλεφωνώ την κολλητή μου όταν έχω προβλήματα.
bosom friend n (close friend)στενός φίλος, στενή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)κολλητός φίλος, κολλητή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ
 Gladys is a bosom friend of mine.
close friend n (intimate acquaintance)στενός φίλος ουσ αρσ
 Tom is a close friend of mine.
 Ο Τομ είναι στενός μου φίλος.
dear friend n (friend you are very fond of)καλός φίλος, καλή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
Dear Friend expr written (letter salutation)αγαπητέ φίλε, αγαπητή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  αγαπημένε μου φίλε, αγαπημένη μου φίλη έκφρ
devoted friend n (close and trusted acquaintance) (καλός φίλος)αφοσιωμένος φίλος, πιστός φίλος ουσ αρσ
  αφοσιωμένη φίλη, πιστή φίλη ουσ θηλ
 Evelyn Waugh was Knox's devoted friend and admirer.
fair-weather friend n ([sb] not supportive in difficult times)φίλος στα εύκολα, φίλος για τα εύκολα περίφρ
  απλός γνωστός, απλή γνωστή επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 I haven't heard from Julie since I got my diagnosis; she's always been a fair-weather friend.
false cognate,
false friend
n
(word: appears related to another)ψευδόφιλη λέξη επίθ + ουσ θηλ
family friend n (friend of your family)οικογενειακός φίλος, οικογενειακή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 I've known Loretta since I was little; she's a family friend.
four-legged friend n (beloved animal, usually a dog or horse)τετράποδος φίλος επίθ + ουσ αρσ
friend in need n (person: helps)φίλος που φαίνεται στην ανάγκη, φίλη που φαίνεται στην ανάγκη έκφρ
  φίλος που στέκεται στην ανάγκη, φίλη που στέκεται στην ανάγκη
 When I was made homeless, she was a true friend in need, letting me stay with her for a year.
 Όταν έμεινα άστεγος, ήταν μια πραγματική φίλη που φάνηκε στην ανάγκη, αφήνοντάς με να μείνω μαζί της για ένα χρόνο.
friend in need n (person: needs help)φίλος σε ανάγκη, φίλος που έχει ανάγκη περίφρ
 America usually helps her friends in need.
friend of mine n (person: known, trusted) (άντρας)φίλος μου έκφρ
  (γυναίκα)φίλη μου έκφρ
 Pierre is a good friend of mine.
good friend n ([sb] close, trusted)καλός φίλος ουσ αρσ
 My good friend will always tell me the truth, and always in a kind way.
great friend n ([sb] loved and trusted)καλός φίλος έκφρ
 He was a great friend of mine and I will sorely miss him.
imaginary friend n (child's pretend playmate)φανταστικός φίλος, φανταστική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Many children have an imaginary friend.
intimate friend n ([sb] close, confidant)καλός φίλος, έμπιστος έκφρ
 He's the kind of intimate friend to whom I could tell all my secrets.
lady friend n (female companion)φιλενάδα ουσ θηλ
 My uncle will be bringing his new lady friend to the party.
mutual friend n (shared personal acquaintance)κοινός φίλος επίθ + ουσ αρσ
 I met my wife through a mutual friend.
my friend n ironic, informal (used to threaten or warn) (ειρωνικά)φιλαράκο ουσ αρσ
  φίλε μου περίφρ
  άνθρωπέ μου περίφρ
 Any more of that talk, my friend, and there will be trouble!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μη με τσιγκλάς φιλαράκο, έχω φτάσει στα όριά μου!
my friend n dated (informal address)ο φίλος μου ουσ αρσ
old friend n ([sb] one has known well for years)παλιός φίλος επίθ + ουσ αρσ
  φίλςο από τα παλιά περίφρ
  (καθομιλουμένη)παλιόφιλος ουσ αρσ
 I love going to college reunions so I can see my old friends.
pen pal,
pen-pal,
penpal,
also UK: penfriend,
pen-friend,
pen friend
n
(friend with whom one corresponds)φίλος δι' αλληλογραφίας, φίλη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 When I was a child, I had a penpal in Mexico to whom I wrote letters.
 Όταν ήμουν παιδί είχα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας από το Μεξικό, στον οποίο έγραφα γράμματα.
trusted friend n ([sb] one can confide in)πιστός φίλος, πιστή φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  φίλος που εμπιστεύομαι, φίλη που εμπιστεύομαι περίφρ
 You feel hurt when a trusted friend lets you down.
 Sharon is my most trusted friend, I can tell her anything.
 Πονάει όταν σε απογοητεύει ένας πιστός φίλος. // Η Σάρον είναι η πιο πιστή μου φίλη. Μπορώ να της πω τα πάντα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση next friend στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «next friend».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!